Και φέτος ο σύλλογος φίλων μουσικής Σαμοθράκης ''Αρμονίας Γένεσις'' τιμά την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 με τη συνδιοργάνωση εκδηλώσεων με το γυμνάσιο - λύκειο Σαμοθράκης. Η εκδήλωση περιλαμβάνει αφήγηση της ιστορίας από την εκπαιδευτικό και μέλος του συλλόγου Καλλιόπη Ταμπάκη, προβολή  εικόνων σχετικές με το θέμα της επανάστασης και βέβαια πολλά τραγούδια και μουσικές εμπνευσμένες από την επανάσταση των Ελλήνων του 1821.

Ας θυμηθούμε τα λόγια των μεγάλων πρωτοπόρων του ελληνικού διαφωτισμού  του Διονυσίου Σολωμού, του Ρήγα Φεραίου, και του στρατηγού Μακρυγιάννη.

ΟΙ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΣΣΕΣ
Καὶ ἐσυνέβηκε αὐτὲς τὲς ἡμέρες ὁποὺ οἱ Τοῦρκοι ἐπολιορκοῦσαν τὸ Μισολόγγι καὶ συχνὰ ὀλημερνὶς καὶ καπότε ὀληνυχτὶς ἔτρεμε ἡ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸ κανόνισμα τὸ πολύ.
Καὶ κάποιες γυναῖκες Μισολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιὰ τοὺς ἄνδρες τους, γιὰ τὰ παιδιά τους, γιὰ τ᾿ ἀδέλφια τους ποὺ ἐπολεμούσανε. Στὴν ἀρχὴ ἐντρεπόντανε νἄβγουνε καὶ ἐπροσμένανε τὸ σκοτάδι γιὰ ν᾿ ἁπλώσουν τὸ χέρι, ἐπειδὴ δὲν ἤτανε μαθημένες. Καὶ εἴχανε δούλους καὶ εἴχανε σὲ πολλὲς πεδιάδες καὶ γίδια καὶ πρόβατα καὶ βόϊδα πολλά. Καὶ ἀκολούθως ἐβιαζόντανε καὶ ἐσυχνοτηράζανε ἀπὸ τὸ παρεθύρι τὸν ἥλιο πότε νὰ βασιλέψη γιὰ νἄβγουνε. Ἀλλὰ ὅταν ἐπερισσέψανε οἱ χρεῖες ἐχάσανε τὴν ντροπή, ἐτρέχανε ὀλημερνίς. Καὶ ὅταν ἐκουραζόντανε ἐκαθόντανε στ᾿ ἀκρογιάλι κι ἀκούανε, γιατὶ ἐφοβόντανε μὴν πέσει τὸ Μισολόγγι. Καὶ τὲς ἔβλεπε ὁ κόσμος νὰ τρέχουνε τὰ τρίστρατα, τὰ σταυροδρόμια, τὰ σπίτια, τὰ ἀνώγια καὶ τὰ χαμώγια, τὲς ἐκκλησίες, τὰ ξωκλήσια γυρεύοντας. Καὶ ἐλαβαίνανε χρήματα, πανιὰ γιὰ τοὺς λαβωμένους. Καὶ δὲν τοὺς ἔλεγε κανένας τὸ ὄχι, γιατὶ οἱ ρώτησες τῶν γυναικῶν ἤτανε τὲς περσότερες φορὲς συντροφευμένες ἀπὸ τὲς κανονιὲς τοῦ Μισολογγιοῦ καὶ ἡ γῆ ἔτρεμε ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ πόδια μας. Καὶ οἱ πλέον πάμπτωχοι ἐβγάνανε τὸ ὀβολάκι τους καὶ τὸ δίνανε καὶ ἐκάνανε τὸ σταυρό τους κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μισολόγγι καὶ κλαίοντας.

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΑΠΑΝΟΥ ΣΤΟ ΠΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
Καὶ ἀκολούθησα τὲς γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ, οἱ ὁποῖες ἐστρωθήκανε στ᾿ ἀκρογιάλι, καὶ ἐγὼ ἤμουνα ἀπὸ πίσω ἀπὸ μιὰ φράχτη καὶ ἐκοίταζα. Καὶ κάθε μία ἔβαλε τὸ χέρι καὶ ἔβγαλε ὅ,τι κι ἂν ἑμάζωξε, καὶ ἐκάμανε ἕνα σωρό. Καὶ μία ἀπ᾿ αὐτὲς ἀπλώνοντας τὸ χέρι καὶ ψηλαφίζοντας τὸ γιαλό: Ἀδερφάδες, ἐφώναξε, ἀκοῦτε, ἂν ἔκαμε ποτὲ τέτοιο σεισμὸ σὰν καὶ τώρα, τὸ Μισολόγγι ἴσως νικάει, ἴσως πέφτει. Καὶ ἐκίνησα γιὰ νὰ φύγω καὶ εἶδα ἀπὸ πίσω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία (ἰδὲς πῶς τὴ λένε) μιὰ γριούλα, ὁποὺ εἶχε στήσει ἀνάμεσα στὰ χόρτα μικρὰ κεράκια καὶ ἔκαιε λιβάνι· καὶ τὰ κεράκια στὴν πρασινάδα ἐλάμπανε καὶ τὸ λιβάνι ἀνέβαινε. Καὶ ἀσήκωνε τὰ ξερόχερα παίρνοντας ἀπὸ τὸ λιβάνι καὶ κλαίοντας, καὶ ἀναδεύοντας τὸ ξεδοντιασμένο στόμα ἐπαρακάλειε. Κ᾿ ἐγὼ ἄκουγα μέσα μου μεγάλη ταραχὴ καὶ μὲ συνεπῆρε τὸ πνεῦμα στὸ Μισολόγγι. Καὶ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό· πολιορκούμενους καὶ πολιορκισμένους καὶ ὅλα τὰ ἔργα τους καὶ ὅλα τὰ πάντα τὰ ἐκατασκέπαζε μαυρίλα καὶ πίσσα.  Καὶ ὕψωσα τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια κατὰ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ κάμω δέηση μὲ ὅλη τὴ θερμότητα τῆς ψυχῆς, καὶ εἶδα φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἀκατάπαυστη σπιθοβολὴ μία γυναίκα μὲ μιὰ λύρα στὸ χέρι ποὺ ἐσταμάτησε ἀνάερα μὲς στὴν καπνούρα. Καὶ μόλις ἔλαβα καιρὸ νὰ θαμάξω γιὰ τὸ φόρεμά της ποὺ ἤτανε μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, γιὰ τὰ μάτια της, κτλ., ἐσταμάτησε ἡ γυναίκα μὲς στὴν καπνούρα καὶ ἐκοίταε τὴ μάχη, καὶ ἡ μύρια σπίθα ὁποὺ πετιέται ψηλὰ ἐγγίζει τὸ φόρεμά της καὶ σβένεται. Ἅπλωσε τὰ δάχτυλα στὴ λύρα καὶ τὴν ἄκουσα νὰ ψάλει τὰ ἀκόλουθα:
Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ ἥλιου τὸ δρόμο
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη στὸν ὤμο.
Κι ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Κι᾿ ὡς ὅπου βυθᾶ κτλ.
Καὶ ὅ,τι εἶχε ἀποτελειωμένα τὰ λόγια της ἡ Θεά, οἱ δικοί μας ἐκάνανε φοβερὲς φωνὲς γιὰ τὴ νίκη ποὺ ἐκάμανε. Καὶ οἱ δικοί μας καὶ ὅλα μου ἔγιναν ἄφαντα, καὶ τὰ σωθικά μου πάλι φοβερὰ ἐταραχθήκανε καὶ μοῦ φάνηκε πῶς ἐκουφάθηκα καὶ ἐστραβώθηκα. Καὶ σὲ λίγο εἶδα ὀμπρός μου τὴ γριούλα ὁποὺ ἔλεγε: Δόξα σοὶ ὁ Θεός, Ἱερομόναχε, ἔλεα πὼς κάτι σοῦρθε. Σ᾿ ἔκραξα, σ᾿ ἐκούνησα, καὶ δὲν ἄκουγες τίποτες, καὶ τὰ μάτια σου ἐσταμάτιζαν στὸν ἀέρα, ἐνῶ τώρα στὰ στερνὰ ἡ γῆς ἐσκιρτοῦσε σὰν τὸ χόχλο στὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει. Τώρα ὅ,τι ἔπαψε ποὺ ἐτελειώσανε τὰ κεράκια καὶ τὸ λιβάνι. Λὲς οἱ δικοί μας νὰ ἐκερδέσανε; Καὶ ἐκίνησα μὲ τὸ Χάρο μὲς στὴν καρδιά μου νὰ φύγω. Καὶ ἡ γριούλα ἔπειτα ποὺ φίλησε τὸ χέρι κάνοντας μία μετάνοια εἶπε: Καὶ τί παγωμένο ποὖναι τὸ χέρι σου.
Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμε ψωμί, τραγουδήσαμε και εγλεντήσαμε. Με περικάλεσε ο Γκούρας και ο Παπακώστας να τραγουδήσω ότι είχαμεν τόσο καιρό που δεν είχαμε τραγουδήσει. Τόσο καιρό που μας έβαλαν οι ιδιοτελείς και γκιχτήκαμεν για να κάνουνε τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά, τότε λέγω ένα τραγούδι
Ο ήλιος εβασίλεψε  έλληνα μου και το φεγγάρι εχάθη κι ο καθαρός αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. Γυρίζει ο ήλιος και τους λέει γυρίζει και τους κρένει: Εψές όπου βασίλεψα πίσω από μια ραχούλα άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι ανδρών τα μοιργιολόγια  γι’ αυτά ‘ρωικά κορμιά στον κάμπου ξαπλωμένα και με στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτηγμένα για τη πατρίδα πήγανε στον Άδη τα καημένα. Ο Μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέει: Αδερφέ Μακρυγιάννη σε καλό να το κάνει ο Θεός,, άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα,  αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει. Είχα κέφι του είπα, όπου δεν τραγουδήσαμεν τόσον καιρό, ότι άλλοτε πάντοτε γλεντούσαμεν. Πήγα εις το κονάκι μου ότι έπερνε να βασιλέψει το φεγγάρι να βγάλω τον πεζό δια την κυβέρνηση. Έρχονται μου λένε: -Τρέξε σκοτώθηκε ο Γκούρας στο πόστο του έριξε εναντίον των τούρκων, απάνω στη φωτιά τον βάρεσαν εις τον αμύλιγγαν και δεν μίλησε τελείως. Πήγα τον πήραμε εις τον ώμο και τον εβάλαμε σε ένα μπουντρούμι  τον συγύρισε η φαμελιά του και τον χώσαμε.

Τα δίκαια του ανθρώπου
Ο Ελληνικός Λαός είναι φίλος και φυσικός σύμμαχος με τα ελεύθερα έθνη…. Οι Έλληνες δέχονται όλους τους αδικημένους ξένους και όλους τους εξορισμένους από την πατρίδα των δι’ αιτίαν της Ελευθερίας. Απαρνούνται και δεν δίδουν υποδοχήν και περιποίησιν εις τους Τυράννους…..Δεν κάνουν ποτέ ειρήνην με ένα εχθρόν, οπού κατακρατεί τον ελληνικόν τόπον.
΄Αρθρον 2. Τα Φυσικά Δίκαια του ανθρώπου  είναι: πρώτον, το να είμεθα όλοι Ίσοι και όχι ο ένας κατώτερος από τον άλλον δεύτερον, να είμεθα ελεύθεροι και όχι ο ένας σκλάβος του αλλουνού' τρίτον να είμεθα σίγουροι εις την ζωήν μας, και κανένας να μην ημπορή να μας την πάρη αδίκως και κατά την φαντασίαν και τέταρτον, την ιδιοκτησία οπού έχομεν κανένας να μην ημπορή να μας εγγίζη, αλλ' είναι ιδικά μας καί τών κληρονόμων μας. ΄Αρθρον 6. Η Ελευθερία είναι εκείνη η δύναμις οπού έχει ο άνθρωπος εις το να κάμη όλον εκείνο, οπού δεν βλάπτει εις τα δίκαια των γειτόνων του. Αυτή έχει ως θεμέλιον την φύσιν, διατί φυσικά αγαπώμεν να είμεθα ελεύθεροι* έχει ως κανόνα την δικαιοσύνην,διατί η δικαία ελευθερία είναι καλή* έχει ως φύλακα τον Νόμον, διατί αυτός προσδιορίζει, έως που πρέπει να είμεθα ελεύθεροι. Το ηθικόν σύνορον της Ελευθερίας είναι τούτο το ρητόν: Μην κάμης εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σε κάμουν.
Αρθρον 9. Ό Νόμος έχει χρέοςνα διαφευντεύη την κοινήν ελευθερίαν όλου του έθνους και εκείνην του κάθε ανθρώπου, κατοίκου εις ταύτην την αυτοκρατορίαν, εναντίον της καταθλίψεως και της δυναστείας των διοικη-των* όταν αυτοί διοικούν καλώς, να τους διαφεντεύη* εί δε κακώς, να τους αποβάλλη.
΄Αρθρον 14.Κανένας άνθρωπος να μην κρίνεται και να μην τιμωρήται αλλέως, παρά αφού ειπή όλα τα δίκαιολογήματά του και αφού κατά τους νόμους κληθεί εις την κρίσιν και τιμωρείται τότε μόνον, όταν είναι ένας Νόμος καμωμένος προτού να κάμη εκείνος το πταίσμα. Ο νόμος δε οπού ήθελε τιμωρήσει εγκλήματα άπερ έγιναν εις τον καιρόν, όπού αυτός δεν είχε συστηθή, λέγεται Τυραννία. Και το να τιμωρήση ένας νέος Νόμος παλαιά εγκλήματα, λέγεται ανομία. Ήγουν, ένας άνθρωπος επήρε το βόδι ενός άλλου, και έως την στιγμήν όπού το επήρε, δεν ήτον κανένας νόμος όπού να εμπόδιζε ταύτην την αρπαγήν εξεδόθη έπειτα νόμος να μην αρπάζη ένας του άλλου πράγματα* ο άρπαξ δίδει οπίσω το βόδι, μα δεν τιμωρείται, επειδή αυτός δεν ήξευρε πώς η αρπαγή είναι κακή.
Άρθρον 21. Αι δημόσιοι συνδρομαί και ανταμοιβαί είναι ένα ιερόν χρέος της πατρίδος. Το κοινόνχρεωστεί μίαν βοήθειαν εις τους δυστυχείς εγκατοίκους, τόσον εις το να τους προμηθεύση να έχουν τί να εργάζωνται, όσον και να δώση τρόπον ζωής εις εκείνους, όπού δεν ημπο¬ρούν πλέον να δουλεύσουν
Άρθρον 22. Όλοι, χωρίς εξαίρεσιν, έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η Πατρίς έχει να καταστήση σχολεία εις όλα τα χωρία δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη. Να εξηγούνται οι παλαιοί ιστορικοί συγγραφείς*
Άρθρον 31. Τα εγκλήματα των Επιτρόπων του Έθνους και των αξιωματικών [=δημοσίων λειτου-ργών] ποτέ δεν έχουν να μείνουν ατιμώρητα. Κανένας δεν έχει το δίκαιον να στοχάζεται τον εαυτόν του απαραβίαστον περισοότερον από τους άλλους. Ήγουν, όταν σφάλλη μεγάλος ή μικρός, ο Νόμος τον τιμωρεί αφεύκτως κατά το σφάλμα του, ας είναι και ο πρώτος αξιωματικός