Β΄ παγκόσμιος πόλεμος (1939-1940). Όπως κάθε πόλεμος ήταν σκληρός, αιματηρός και συντάραξε συθέμελα ολόκληρη την οικουμένη. Διεπράχθησαν πολλές ωμότητες και βαρβαρότητες. Μια από τις μεγαλύτερες θηριωδίες αυτού του πολέμου ήταν η επινόηση των στρατοπέδων συγκεντρώσεως. Μεταφέρονταν εκεί γυναίκες, παιδιά, γέροι (κυρίως Εβραίοι), και αιχμάλωτοι στρατιώτες. Αυτά τα θύματα οδηγούνταν στους θαλάμους αερίων ή πέθαιναν από την πείνα.

Όσοι κατάφερναν να ζήσουν χρησιμοποιούνταν σε καταναγκαστικά έργα. Στο στρατόπεδο του΄Αουσβιτς χάθηκαν συνολικά 3 εκατομμύρια άνθρωποι. Η θυσία και ο ηρωισμός αυτών των ανθρώπων έχει τη δική του σφραγίδα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. Αυτή τη κατάσταση περιγράφει Το τραγούδι ''Τι ωραία που είναι η αγάπη μου'' από το Άσμα Ασμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλη και του Μίκη Θεοδωράκη.

Με τον ίδιο γλαφυρό τρόπο περιγράφει το έργο ''Καταχνιά'' του Κώστα Βίρβου, τις τρομακιτκές σκηνές του πολέμου: «Όπου σταυροδρόμι και μπλόκο, όπου πλατεία, εκκλησία και μπλόκο. Πιάνουν τους πατριώτες οι κατακτητές, τους βάζουνε στη σειρά μέσα στις κατακόμβες σφυρίζουν τα συρματόσχοινα… Και συναντώνται στις φυλακές ο δάσκαλος και το ράσο, οι σπουδαγμένοι και οι άνεργοι, άγνωστοι μεταξύ τους, Συναντώνται εκεί κι αδελφώνονται. Έρχονται και φεύγουν με τραγούδια, τους παραλαβαίνουν τα εκτελεστικά αποσπάσματα και οι άλλοι ετοιμάζονται. Και οι φυλακές δεν αδειάζουν. Όπως και αυτοί έτσι και οι άλλοι ‘ γράψαν τα ονόματά τους στους τοίχους, που μοιάζουνε με σελίδες δόξας που κρέμονται πάνω από τον ουρανό. Και πηγαίνουν κι έρχονται και βλέπουν τα δέντρα για τελευταία φορά. Και καίγεται το θυσιαστήριο της Καισαριανής...»
"Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος, αλλά να μην παραδίνεσαι." λέει ο μεγάλος ποιητής Ν. Χικμέτ. Τα δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος στο Παρθένι της Λέρου στις 16/9/1968. Τα κείμενα αυτά περιγράφουν τη δύναμη, το σθένος, την αποφασιστικότητα  και τον αγώνα του ελληνικού λαού που κι όταν ακόμα μοιάζει με ένα μικρό πουλί που είναι δεμένο με κλωστήτσα ή  με ένα κυκλάμινο στη σχισμάδα ενός βράχου, μπορεί και βρίσκει χρώματα ν’ ανθεί και μίσχο να σαλεύει.  Αυτός ο πολύπαθος λαός αν και μικρός πολεμά, άλλοτε με κι άλλοτε χωρίς βόλια, για όλου του κόσμου το ψωμί το φως κα το τραγούδι…  Ο ποιητής δε σκόπευε να εκδώσει τα "Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα" κι είχε ζητήσει να μη δημοσιευτούν και να μη μεταφραστούν, παρά μόνο να τραγουδηθούν. Αλλά, να που τα περισσότερα δημοσιεύτηκαν σε πολλά ντόπια και ξένα περιοδικά και μεταφράστηκαν σε αρκετές ξένες γλώσσες. Τα "Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας"  του Γιάννη Ρίτσου είναι αφιερωμένα στον Μίκη Θεοδωράκη.

Ο Μάνος Χατζιδάκις στο έργο του Παραμύθι χωρίς όνομα αντιπαραβάλει τον Πόλεμο και την Διαφθορά με την Ελευθέρια γράφοντας μουσική πάνω στους στίχους του μεγάλου Ποιητή Φρειδερίκο Γκαρσία Λόρκα. "...Στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι στην ερημιά φτεροκοπάει ένα αηδόνι. Πετούν τα παλιομάχαιρα με χαρές και πάνε πετούν τα παλιομάχαιρα, οι γειτονιές αχολογάνε…" και συνεχίζει: "..Τώρα σημαία μου το αίμα και λάβαρο η λαβωματιά Ρίξε μου το στερνό σου βλέμμα αίμα στην άδεια μου καρδιά. Όχι ποτέ μου δε σε δίνω στρατιώτη μου στην ξενιτιά. Τραγούδι και χορό εγώ στήνω για σε στην ακροποταμιά..."
Η Σοφία Βέμπο ήταν κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια και ηθοποιός της οποίας η καλλιτεχνική πορεία εκτείνεται από το Μεσοπόλεμο έως τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και τη δεκαετία του ’50. Χαρακτηρίστηκε "Τραγουδίστρια της Νίκης" εξαιτίας των εθνικών τραγουδιών που ερμήνευσε κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940. Η έκρηξη στην καριέρα της ήρθε με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940. Η Βέμπο τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια και η φωνή της γίνεται η εθνική φωνή που εμψυχώνει τους Έλληνες στρατιώτες στο μέτωπο και συγκλονίζει το πανελλήνιο. Την ίδια εποχή σε μία συμβολική πράξη προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2000 χρυσές λίρες. Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα.
Ο Οδυσσέως Ελύτης που ο ίδιος πολέμησε στο μέτωπο θα γράψει αργότερα το έργο Άξιο Εστί μέσα και από τις σελίδες του προσωπικού του ημερολογίου… στην πορεία για το μέτωπο περιγράφει: «Ξημερώνοντας  τ’ Άϊ  Γιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε την διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερνές και σχόλες .Έπρεπε λέει να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτηνοί, από Χειμάρα  ως Τεπελένι, λόγω που εκείνοι πολεμούσανε από την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο. Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζανε ασταμάτητα, ένας πίσω στον άλλο ίδια τυφλοί, με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου φορές εβούλιαζε ίσαμε το γόνατο…Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στη ψυχή μας και τις λίγες φορές που κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ` ένα μικρό δαδί μια –μια εμοιραζώμασταν τη σταφύδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξινώμασταν  με λύσσα, ώρες πολλές  ώσπου να τρέξουν τα αίματα γιατί μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό κι ήταν αυτό πιο κι απ` τη κούραση ανυπόφερτο. Τέλος κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε και πάλι σαν τα ζα  τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριν ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τα` αερόπλανα .Επειδή ο Θεός δεν κατέχει από στόχους και τέτοια κι όπως το έχει συνήθειο Του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημερώνει το φως.....Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερνές και σχόλες, μήτε αρρώστους και γέρους, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί  κι ο βρόντος  πέρα κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ` τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά τύχαινε τώρα ν` απαντούμε κι απ` το άλλο μέρος ν` άρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους, όπου αφήνανε χάμω τα φορεία οι νοσοκόμοι με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες και το μάτι άγριο για τσιγάρο κι όπου κατόπι ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα...Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που  ανέβαιναν καυτές  ακόμα  από τη πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «όϊ  όϊ  μάνα μου ,όϊ όϊ μάνα μου»  και κάποτε πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα  ίδιο ροχαλητό, που λέγανε όσοι ξέρανε -…είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου .Ήταν  φορές που  εσέρνανε μαζί τους αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν’ τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνώτα τους κι οι τσέπες τους γεμάτες κονσέρβες ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας και τα λίγα μουλάρια μας ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς. Τέλος, κάποια φορά φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν  μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες λαμπερές φωτοβολίδες.
 Όλοι αυτοί οι νεκροί φωνάζουν μέσα από τους τάφους τους σε μάς τους νεότερους να αγωνιστούμε για έναν κόσμο καλύτερο, έναν κόσμο χωρίς πολέμους και σκοτωμούς, έναν κόσμο που να σέβεται τον ίδιο τον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του. Έναν κόσμο που οι άνθρωπο θα νοιώθουν και θα είναι σωματικά και πνευματικά ελεύθεροι. Ένα κόσμο που θα   βασιλεύει η Αγάπη και Ειρήνη.