0
0
0
s2sdefault

Στην παρούσα έρευνα επιχειρούμε να προσεγγίσουμε τον μουσικοχορευτικό πολιτισμό στη Σαμοθράκη κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα έως σήμερα. Η προσπάθεια κατανόησης του μουσικού λαϊκού πολιτισμού στην κοινωνία της Σαμοθράκης, προέκυψε από την ανάγκη για μια κριτική παρουσίαση και ερμηνεία του οικείου μουσικού πολιτισμού. Ήταν συνειδητή επιλογή μας να επιχειρήσουμε να «μπούμε» στη μουσική κοινωνία του νησιού, μέσα από την προσέγγιση και καταγραφή αυτού που οι ντόπιοι ονομάζουν μπάλο. Ο όρος μπάλος στη σαμοθρακίτικη γλώσσα σημαίνει το δημόσιο επίσημο γλέντι, όπου συγκλίνουν η μουσική, το τραγούδι και ο χορός. Είναι ένα πολιτισμικό μόρφωμα ανοιχτό στο κοινό και συνώνυμο με το πανηγύρι και τον χορό, ή τη χοροεσπερίδα, γι’ αυτό και οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται εναλλακτικά. Το θέμα της διατριβής: «Μπάλος στη Σαμοθράκη» εξετάζεται και αναλύεται ως μουσικό κοινωνικό φαινόμενο και πολιτισμικό σύμβολο για την τοπική κοινωνία, με βασικούς άξονες το

χθες και το σήμερα, το παραδοσιακό και το μοντέρνο σε συνδυασμό με τη γεωγραφική διαμόρφωση του νησιού (βορράς και νότος). Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μπάλου, είναι τα συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια που παίζονται και χορεύονται, γι’ αυτό και αναλύονται μουσικολογικά, ενώ παράλληλα ερμηνεύεται και η λειτουργία τους σε σχέση με τους δημιουργούς, τους χρήστες και το κοινό τους. Η ερμηνευτική προσέγγιση που ακολουθούμε έχει έναν διττό χαρακτήρα. Αφ’ ενός προσπαθούμε να καταγράψουμε και να ερμηνεύσουμε τις συνθήκες που συνδέουν την επιτέλεση ενός τραγουδιού ή ενός χορευτικού σκοπού με τις υπόλοιπες συνιστώσες της κοινωνικής και πολιτισμικής εμπειρίας, και αφ’ ετέρου να αναλύσουμε τη δομή των τραγουδιών και της μουσικής. Κατά την πορεία της έρευνας, διαπιστώσαμε ότι οι χορευτικές μουσικές του μπάλου διαφοροποιούνται από ένα παλαιότερο καθιστικό και ως επί το πλείστον τραγουδιστικό ρεπερτόριο, το οποίο αρχίζει να υποχωρεί γύρω στη δεκαετία του ’70 μαζί με την παραδοσιακή μορφή οργάνωσης της τοπικής κοινωνίας. Κυρίως οι γυναίκες, χωρίς να αποκλείονται οι άνδρες και τα παιδιά, παρουσιάζονται ως οι βασικοί διαχειριστές αυτού του ρεπερτορίου. Με τη μετάβαση από το χθες στο σήμερα, από την «παράδοση» στη νεωτερικότητα, μεταξύ άλλων χάνεται και το προσωπικό στοιχείο της επιτέλεσης του τραγουδιού, αφού ο άλλοτε δημιουργός και ερμηνευτής της μουσικής μετατρέπεται σταδιακά σε καταναλωτή της. Η μουσική προσφέρεται πλέον από επαγγελματίες μουσικούς και απευθύνεται σε ακροατές καταναλωτές που δεν αυτενεργούν οι ίδιοι μουσικά. Εξετάζοντας τον μπάλο σ’ έναν διαχρονικό άξονα, τον βλέπουμε να αλλάζει και να μετατρέπεται σε μια νέου τύπου δημοτικοφανή, νεολαϊκή διασκέδαση. Σ΄αυτό το πλαίσιο αντιπαραβάλλονται μουσικές, χοροί, τραγούδια, μουσικά όργανα και ό,τι αυτά συμβολίζουν για την κοινωνία της Σαμοθράκης.
Έτσι, αντιπαραβάλλουμε από το ένα μέρος τον συρτό χορό και τη νησιώτικη ζυγιά (βιολί, λαούτο), ως συμβολικά στοιχεία της παράδοσης, και από το άλλο μέρος το τσιφτετέλι και το μπουζούκι, ως στοιχεία νεωτερικότητας. Στα κεφάλαια της διατριβής θα διαπραγματευτούμε ερωτήματα όπως:
- Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον σαμοθρακίτικο μπάλο, ως κοινωνικό φαινόμενο, σύμβολο και μουσικοχορευτική πράξη;
- Πώς αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν διαμορφωθεί στο πέρασμα του χρόνου;
- Τι άλλαξε και τι εξακολουθεί να δίνει τη «σαμοθρακίτικη» μουσική ταυτότητα σε σχέση με το παλαιό και το νέο;